Το οτι η εφημεριδα ασχοληθηκε με το φορουμ μας, αποδεικνυει οτι δεν εχει σημασια τοσο τί κανεις, οσο αυτο που κανεις να το κανεις καλα...
Και εδω οσο μπορουμε ο,τι κανουμε, το κανουμε καλα και του δινουμε επιπλεον αξια...
καλα να 'μαστε!
The Following User Says Thank You to grhousetrip For This Useful Post:
Ήταν μια σκοτεινή και βροχερή νύχτα του Αυγούστου. Έχοντας στείλει τη γυναίκα και τα παιδιά μου διακοπές, ήμουν μόνος στην Αθήνα και ετοιμαζόμουν για έξοδο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και έβγαλα τη βέρα.
Τριγύρισα με το αυτοκίνητο στους έρημους δρόμους, μέχρι να με βγάλει ο δρόμος σε γνωστό μαγαζί της κοσμικής ζωής.
Ο παρκαδόρος έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου με τσιμπιδάκι, και φόρεσε στολή ακτινοβολίας πριν κάτσει στη θέση του οδηγού. Η περιφρόνησή του μου έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη. Ένας απλός κομπάρσος στο θέατρο της ζωής. Στο βεστιάριο, άφησα επιδεικτικά τη μπανάνα που φοράω πάντα στη μέση. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανα αυτό. Νομίζω την είχα ξαναβγάλει στο γάμο μου.
Κάθισα στη μπάρα αγνοώντας τα αηδιασμένα βλέμματα των άλλων, και παράγγειλα ένα ποτό στον μπάρμαν που προσποιείτο τον κουφό. Τέσσερις φορές του παρήγγειλα μέχρι να με ακούσει. Φυσικά, μου έβαλε μπόμπα. Όχι πως είχε σημασία.
Η ματιά μου μέτρησε το χώρο για το υποψήφιο θύμα μου. Την εντόπισα. Ένα θεσπέσιο πλάσμα, φορώντας στο λαιμό κάτι που θα μπορούσε να ήταν κάποτε γάτα. Συνοδευόταν, αλλα ούτε αυτό είχε σημασία. Αποφάσισα πως την θέλω και θα την έχω. Συνέχισα να την κοιτώ.
Κάποια στιγμή, με κοίταξε κι αυτή, και κατάλαβε ότι δεν ήμουν κάποιος τυχαίος, παρά την άξεστη εμφάνισή μου και τους ιλαρούς προκοιλιακούς που πρόβαλλαν κάτω από το μπλουζάκι μου. Με σιγουριά, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές που πήγε να μου βάλει ο αρχισερβιτόρος, την πλησίασα, και μπροστά στον εμβρόντητο συνοδό της, έσκυψα και της ψιθύρισα τη μαγική φράση στο αυτί. Το βλέμμα της θόλωσε, και τα χείλη της μισάνοιξαν. Άφησε την τέως γάτα και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο τραπέζι, μάζεψε την τσάντα της και σηκώθηκε.
Ο εντυπωσιακά καλοντυμένος συνοδός της ίσα που σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο χρειαζόταν για να της πιάσει το χέρι.
«Πού πας, Λάουρα;!»
«Φεύγω. Μαζί του.»
«Μαζί του; Με ποιον; Με αυτό;»
«Ναι.»
«Πας καλά; Ξέρεις τι λες;»
«Ναι. Πάω καλά, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ξέρω πραγματικά τι κάνω.»
«Μα γιατί; Τι παραπάνω έχει αυτός από 'μένα;»
Τα μάτια της έμειναν στα δικά μου, και όταν μίλησε, το στόμα της ευωδίαζε μέλι και αγριοφράουλες:
«Είναι μεταφραστής στο Greek TV Subs.»
The Following 38 Users Say Thank You to tzot For This Useful Post:
Ήταν μια σκοτεινή και βροχερή νύχτα του Αυγούστου. Έχοντας στείλει τη γυναίκα και τα παιδιά μου διακοπές, ήμουν μόνος στην Αθήνα και ετοιμαζόμουν για έξοδο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και έβγαλα τη βέρα.
Τριγύρισα με το αυτοκίνητο στους έρημους δρόμους, μέχρι να με βγάλει ο δρόμος σε γνωστό μαγαζί της κοσμικής ζωής.
Ο παρκαδόρος έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου με τσιμπιδάκι, και φόρεσε στολή ακτινοβολίας πριν κάτσει στη θέση του οδηγού. Η περιφρόνησή του μου έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη. Ένας απλός κομπάρσος στο θέατρο της ζωής. Στο βεστιάριο, άφησα επιδεικτικά τη μπανάνα που φοράω πάντα στη μέση. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανα αυτό. Νομίζω την είχα ξαναβγάλει στο γάμο μου.
Κάθισα στη μπάρα αγνοώντας τα αηδιασμένα βλέμματα των άλλων, και παράγγειλα ένα ποτό στον μπάρμαν που προσποιείτο τον κουφό. Τέσσερις φορές του παρήγγειλα μέχρι να με ακούσει. Φυσικά, μου έβαλε μπόμπα. Όχι πως είχε σημασία.
Η ματιά μου μέτρησε το χώρο για το υποψήφιο θύμα μου. Την εντόπισα. Ένα θεσπέσιο πλάσμα, φορώντας στο λαιμό κάτι που θα μπορούσε να ήταν κάποτε γάτα. Συνοδευόταν, αλλα ούτε αυτό είχε σημασία. Αποφάσισα πως την θέλω και θα την έχω. Συνέχισα να την κοιτώ.
Κάποια στιγμή, με κοίταξε κι αυτή, και κατάλαβε ότι δεν ήμουν κάποιος τυχαίος, παρά την άξεστη εμφάνισή μου και τους ιλαρούς προκοιλιακούς που πρόβαλλαν κάτω από το μπλουζάκι μου. Με σιγουριά, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές που πήγε να μου βάλει ο αρχισερβιτόρος, την πλησίασα, και μπροστά στον εμβρόντητο συνοδό της, έσκυψα και της ψιθύρισα τη μαγική φράση στο αυτί. Το βλέμμα της θόλωσε, και τα χείλη της μισάνοιξαν. Άφησε την τέως γάτα και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο τραπέζι, μάζεψε την τσάντα της και σηκώθηκε.
Ο εντυπωσιακά καλοντυμένος συνοδός της ίσα που σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο χρειαζόταν για να της πιάσει το χέρι.
«Πού πας, Λάουρα;!»
«Φεύγω. Μαζί του.»
«Μαζί του; Με ποιον; Με αυτό;»
«Ναι.»
«Πας καλά; Ξέρεις τι λες;»
«Ναι. Πάω καλά, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ξέρω πραγματικά τι κάνω.»
«Μα γιατί; Τι παραπάνω έχει αυτός από 'μένα;»
Τα μάτια της έμειναν στα δικά μου, και όταν μίλησε, το στόμα της ευωδίαζε μέλι και αγριοφράουλες:
«Είναι μεταφραστής στο Greek TV Subs.»
ελπίζω να μην είναι και η γυναίκα σου μεταφράστρια, γιατί αν το δει αυτό δεν σε βλέπω καλά...
τυχαία το διάβασα κι εγώ εκείνη τη μέρα και κάτι αλλα φιλαράκια που ήμουν μαζί και έσπευσαν να γραφτούν κι αυτοί στο σάιτ συνεχίστε τη δουλειά και καλό κουράγιο,οι προσπάθειες πάντα ανταμείβονται
νομίζω ότι έρχεται εκείνη η στιγμή...που θα σας καλέσει και ο λάρρυ !!!
Πάντα τετοια!
__________________
ΑΙΩΝΙΑ ΠΙΣΤΟΣ...ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΛΛΙΩΣ...Σε γνώρισα από παιδί μικρό,ΠΑΝΑΘΑ μου μου πήρες το μυαλό,Μεγάλωσα,δε γίνομαι καλά, Μαζί σου έπαθα εγώ ζημιά, Στα πέταλα ολόκληρης της γης, η 13 θα'ναι όπου βρεθείς,Να κρατάει πάντα δυνατά, την πράσινη σημαία μας ψηλά, Μα ένα τελευταίο θα σας πω, και βάλτε το καλά μες στο μυαλό, Ετσι όπως μας θέλετε εσείς, Ποτέ μας δε θα γίνουμε εμείς...
Ήταν μια σκοτεινή και βροχερή νύχτα του Αυγούστου. Έχοντας στείλει τη γυναίκα και τα παιδιά μου διακοπές, ήμουν μόνος στην Αθήνα και ετοιμαζόμουν για έξοδο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και έβγαλα τη βέρα.
Τριγύρισα με το αυτοκίνητο στους έρημους δρόμους, μέχρι να με βγάλει ο δρόμος σε γνωστό μαγαζί της κοσμικής ζωής.
Ο παρκαδόρος έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου με τσιμπιδάκι, και φόρεσε στολή ακτινοβολίας πριν κάτσει στη θέση του οδηγού. Η περιφρόνησή του μου έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη. Ένας απλός κομπάρσος στο θέατρο της ζωής. Στο βεστιάριο, άφησα επιδεικτικά τη μπανάνα που φοράω πάντα στη μέση. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανα αυτό. Νομίζω την είχα ξαναβγάλει στο γάμο μου.
Κάθισα στη μπάρα αγνοώντας τα αηδιασμένα βλέμματα των άλλων, και παράγγειλα ένα ποτό στον μπάρμαν που προσποιείτο τον κουφό. Τέσσερις φορές του παρήγγειλα μέχρι να με ακούσει. Φυσικά, μου έβαλε μπόμπα. Όχι πως είχε σημασία.
Η ματιά μου μέτρησε το χώρο για το υποψήφιο θύμα μου. Την εντόπισα. Ένα θεσπέσιο πλάσμα, φορώντας στο λαιμό κάτι που θα μπορούσε να ήταν κάποτε γάτα. Συνοδευόταν, αλλα ούτε αυτό είχε σημασία. Αποφάσισα πως την θέλω και θα την έχω. Συνέχισα να την κοιτώ.
Κάποια στιγμή, με κοίταξε κι αυτή, και κατάλαβε ότι δεν ήμουν κάποιος τυχαίος, παρά την άξεστη εμφάνισή μου και τους ιλαρούς προκοιλιακούς που πρόβαλλαν κάτω από το μπλουζάκι μου. Με σιγουριά, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές που πήγε να μου βάλει ο αρχισερβιτόρος, την πλησίασα, και μπροστά στον εμβρόντητο συνοδό της, έσκυψα και της ψιθύρισα τη μαγική φράση στο αυτί. Το βλέμμα της θόλωσε, και τα χείλη της μισάνοιξαν. Άφησε την τέως γάτα και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο τραπέζι, μάζεψε την τσάντα της και σηκώθηκε.
Ο εντυπωσιακά καλοντυμένος συνοδός της ίσα που σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο χρειαζόταν για να της πιάσει το χέρι.
«Πού πας, Λάουρα;!»
«Φεύγω. Μαζί του.»
«Μαζί του; Με ποιον; Με αυτό;»
«Ναι.»
«Πας καλά; Ξέρεις τι λες;»
«Ναι. Πάω καλά, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ξέρω πραγματικά τι κάνω.»
«Μα γιατί; Τι παραπάνω έχει αυτός από 'μένα;»
Τα μάτια της έμειναν στα δικά μου, και όταν μίλησε, το στόμα της ευωδίαζε μέλι και αγριοφράουλες:
«Είναι μεταφραστής στο Greek TV Subs.»
Ήταν μια σκοτεινή και βροχερή νύχτα του Αυγούστου. Έχοντας στείλει τη γυναίκα και τα παιδιά μου διακοπές, ήμουν μόνος στην Αθήνα και ετοιμαζόμουν για έξοδο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και έβγαλα τη βέρα.
Τριγύρισα με το αυτοκίνητο στους έρημους δρόμους, μέχρι να με βγάλει ο δρόμος σε γνωστό μαγαζί της κοσμικής ζωής.
Ο παρκαδόρος έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου με τσιμπιδάκι, και φόρεσε στολή ακτινοβολίας πριν κάτσει στη θέση του οδηγού. Η περιφρόνησή του μου έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη. Ένας απλός κομπάρσος στο θέατρο της ζωής. Στο βεστιάριο, άφησα επιδεικτικά τη μπανάνα που φοράω πάντα στη μέση. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανα αυτό. Νομίζω την είχα ξαναβγάλει στο γάμο μου.
Κάθισα στη μπάρα αγνοώντας τα αηδιασμένα βλέμματα των άλλων, και παράγγειλα ένα ποτό στον μπάρμαν που προσποιείτο τον κουφό. Τέσσερις φορές του παρήγγειλα μέχρι να με ακούσει. Φυσικά, μου έβαλε μπόμπα. Όχι πως είχε σημασία.
Η ματιά μου μέτρησε το χώρο για το υποψήφιο θύμα μου. Την εντόπισα. Ένα θεσπέσιο πλάσμα, φορώντας στο λαιμό κάτι που θα μπορούσε να ήταν κάποτε γάτα. Συνοδευόταν, αλλα ούτε αυτό είχε σημασία. Αποφάσισα πως την θέλω και θα την έχω. Συνέχισα να την κοιτώ.
Κάποια στιγμή, με κοίταξε κι αυτή, και κατάλαβε ότι δεν ήμουν κάποιος τυχαίος, παρά την άξεστη εμφάνισή μου και τους ιλαρούς προκοιλιακούς που πρόβαλλαν κάτω από το μπλουζάκι μου. Με σιγουριά, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές που πήγε να μου βάλει ο αρχισερβιτόρος, την πλησίασα, και μπροστά στον εμβρόντητο συνοδό της, έσκυψα και της ψιθύρισα τη μαγική φράση στο αυτί. Το βλέμμα της θόλωσε, και τα χείλη της μισάνοιξαν. Άφησε την τέως γάτα και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο τραπέζι, μάζεψε την τσάντα της και σηκώθηκε.
Ο εντυπωσιακά καλοντυμένος συνοδός της ίσα που σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο χρειαζόταν για να της πιάσει το χέρι.
«Πού πας, Λάουρα;!»
«Φεύγω. Μαζί του.»
«Μαζί του; Με ποιον; Με αυτό;»
«Ναι.»
«Πας καλά; Ξέρεις τι λες;»
«Ναι. Πάω καλά, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ξέρω πραγματικά τι κάνω.»
«Μα γιατί; Τι παραπάνω έχει αυτός από 'μένα;»
Τα μάτια της έμειναν στα δικά μου, και όταν μίλησε, το στόμα της ευωδίαζε μέλι και αγριοφράουλες:
«Είναι μεταφραστής στο Greek TV Subs.»
Ήταν μια σκοτεινή και βροχερή νύχτα του Αυγούστου. Έχοντας στείλει τη γυναίκα και τα παιδιά μου διακοπές, ήμουν μόνος στην Αθήνα και ετοιμαζόμουν για έξοδο. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και έβγαλα τη βέρα.
Τριγύρισα με το αυτοκίνητο στους έρημους δρόμους, μέχρι να με βγάλει ο δρόμος σε γνωστό μαγαζί της κοσμικής ζωής.
Ο παρκαδόρος έπιασε τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου με τσιμπιδάκι, και φόρεσε στολή ακτινοβολίας πριν κάτσει στη θέση του οδηγού. Η περιφρόνησή του μου έφερε ένα χαμόγελο στα χείλη. Ένας απλός κομπάρσος στο θέατρο της ζωής. Στο βεστιάριο, άφησα επιδεικτικά τη μπανάνα που φοράω πάντα στη μέση. Ήταν η δεύτερη φορά που το έκανα αυτό. Νομίζω την είχα ξαναβγάλει στο γάμο μου.
Κάθισα στη μπάρα αγνοώντας τα αηδιασμένα βλέμματα των άλλων, και παράγγειλα ένα ποτό στον μπάρμαν που προσποιείτο τον κουφό. Τέσσερις φορές του παρήγγειλα μέχρι να με ακούσει. Φυσικά, μου έβαλε μπόμπα. Όχι πως είχε σημασία.
Η ματιά μου μέτρησε το χώρο για το υποψήφιο θύμα μου. Την εντόπισα. Ένα θεσπέσιο πλάσμα, φορώντας στο λαιμό κάτι που θα μπορούσε να ήταν κάποτε γάτα. Συνοδευόταν, αλλα ούτε αυτό είχε σημασία. Αποφάσισα πως την θέλω και θα την έχω. Συνέχισα να την κοιτώ.
Κάποια στιγμή, με κοίταξε κι αυτή, και κατάλαβε ότι δεν ήμουν κάποιος τυχαίος, παρά την άξεστη εμφάνισή μου και τους ιλαρούς προκοιλιακούς που πρόβαλλαν κάτω από το μπλουζάκι μου. Με σιγουριά, αποφεύγοντας τις τρικλοποδιές που πήγε να μου βάλει ο αρχισερβιτόρος, την πλησίασα, και μπροστά στον εμβρόντητο συνοδό της, έσκυψα και της ψιθύρισα τη μαγική φράση στο αυτί. Το βλέμμα της θόλωσε, και τα χείλη της μισάνοιξαν. Άφησε την τέως γάτα και ένα διαμαντένιο δαχτυλίδι στο τραπέζι, μάζεψε την τσάντα της και σηκώθηκε.
Ο εντυπωσιακά καλοντυμένος συνοδός της ίσα που σηκώθηκε από το τραπέζι, όσο χρειαζόταν για να της πιάσει το χέρι.
«Πού πας, Λάουρα;!»
«Φεύγω. Μαζί του.»
«Μαζί του; Με ποιον; Με αυτό;»
«Ναι.»
«Πας καλά; Ξέρεις τι λες;»
«Ναι. Πάω καλά, και για πρώτη φορά στη ζωή μου ξέρω πραγματικά τι κάνω.»
«Μα γιατί; Τι παραπάνω έχει αυτός από 'μένα;»
Τα μάτια της έμειναν στα δικά μου, και όταν μίλησε, το στόμα της ευωδίαζε μέλι και αγριοφράουλες:
«Είναι μεταφραστής στο Greek TV Subs.»
Και τότε μπαίνει ξάφνου μια ώριμη κυρία με γυαλιά ντυμένη στα μαύρα σπέρνοντας στο χώρο το ''διακριτικό άρωμα της ναφθαλίνης'', κοιτάει άγρια και με έντονο ύφος λες και της πάτησαν τον κάλο, λέει:
- Ουστ six-six-six, όχι πια σεξ, μόνο φίλοι! Κερατά Τζοτ, ναι, σε σένα το λέω! Ποιος νομίζεις πως είσαι και πλανεύεις τα κορίτσα;! Έχεις το σατανά μέσα σου! Ναι εσυ κι ο διάολος ο Δρ Χάουζ! Ουστ, σιξ-σιξ-σιξ! Να σε φάνε οι Σάιλον!
Και τότε ο Τζοτ με ύφος χιλίων καρδιναλίων, γυρνά προς το μέρος της ωριμης μαυροφορούσης μετά των διόπτρων κυρίας και απαντάει:
- Come on baby, light my fire...
Όντας σαστισμένη η μαυροφορούσα κυρία εκτοξεύοντας ύβρεις και βλαστημώντας τον κόσμο, τον πλανήτη γη και τους Σάιλον, μη μπορώντας να αποτρέψει το αναπόφευκτο ειδύλλιο με τον επικείμενο Λατίνο εραστή και μεταφραστή, στρέφεται προς τον κουφό μπάρμαν και του λέει:
- This is not a Jeam Beam!
Τότε ξάφνου ακούγεται σαν όντας από μακριά ο ψυχρός και εκνευριστικός ήχος από το msn. O tzot συνειδητοποίησε ότι όλα αυτά ήταν ένα όνειρο και ότι πρέπει πια να πάψει να κοιμάται πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή κάνοντας υπότιτλους. Βλέποντας εκείνη τη στιγμή την οθόνη του Η/Υ σκέφτεται και σιγομιλά προς τον εαυτό του:
''Άλλη μια καταπληκτική δουλειά ολοκληρώθηκε, καιρός να ετοιμαστώ να πάω στην δουλειά...''
Σημ.: Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα ενός φίλου και καταπληκτικού μεταφραστή, τον tzot.
__________________
Tο δικαίωμά σου να ομιλείς δεν περιλαμβάνει και υποχρέωσή μας να σε πάρουμε στα σοβαρά...
The Following 10 Users Say Thank You to Nik_sgr For This Useful Post: